|
Δυτικά της Αντιπάρου βρίσκονται τρία μικρά ακατοίκητα νησιά
που παρουσιάζουν μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Το Δεσποτικό1,
το Τσιμιντήρι μεταξύ Αντιπάρου και Δεσποτικού και δυτικά του
Δεσποτικού το Στρογγυλό. Το Δεσποτικό ταυτίζεται με την αρχαία
Πρεπέσινθο, όπως πληροφορούμεθα από τον Στράβωνα 2 και τον
Πλίνιο.3 Τις πρώτες ανασκαφικές έρευνες διενήργησε τον 19ο
αιώνα ο Χρήστος Τσούντας, ο οποίος αποκάλυψε πρωτοκυκλαδικά
νεκροταφεία. Το 1959 έγινε ανασκαφή από τον Ν. Ζαφειρόπουλο
στη θέση Ζουμπάρια4 και Μάντρα στη ΒΑ ακτή του νησιού, όπου
εντoπίστηκαν αρχιτεκτονικά μέλη, δωρικού ναού αρχαϊκών χρόνων
που χρονολογούνται γύρω στο 500 π. Χ.
Από το 1997 η ανασκαφική έρευνα στη θέση Μάντρα5, που διενεργείται
από τον αρχαιολόγο της αρχαιολογικής υπηρεσίας Γιάννο Κουράγιο
έφερε στο φως ένα μεγάλο μέρος των βοηθητικών χώρων ενός ιερού.
Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκε ένα επίμηκες κτιριακό συγκρότημα
με κατεύθυνση Β-Ν αποτελούμενο από πέντε συνεχόμενα παράλληλα
δωμάτια . Ο δυτικός τοίχος του κτιρίου αποκαλύφθηκε σε μήκος
35 μέτρων και έχει μεγ. σωζ. ύψος 1,70 μ.
Τα τρία δωμάτια της βόρειας πλευράς αποτελούν αυτοτελή οικοδομική
ενότητα χάρη στο μεγάλο προστώο δωρικού ρυθμού, που υπάρχει
κατά μήκος τους, με στυλοβάτη, μήκους 18 μ. που φέρει τις
εδράσεις των δωρικών κιόνων. Τα δύο δωμάτια της νότιας πλευράς
είναι κατασκευασμένα σε χαμηλότερο επίπεδο. Είναι τετράγωνα.
περίπου ίδιων διαστάσεων 8μ Χ 8μ., με εισόδους στην δυτική
πλευρά και ένα είδος κλειστού προδόμου17μ στα ανατολικά τους.
Η είσοδος του προδόμου, ήταν στο κέντρο, ανάμεσα στις δύο
εισόδους των δωματίων.
Η διατήρηση των προσόψεων του κτιρίου είναι εξαιρετική, σώζονται
δύο σειρές μαρμάρινων δόμων σε ισοδομικό σύστημα πάνω σε ευθυντηρία
από μεγάλες πλάκες σχιστόλιθου.
Η σταδιακή απομάκρυνση της μάντρας και το γκρέμισμά της αποκάλυψε
520 νέα αρχιτεκτονικά μέλη, σπόνδυλους, κιονόκρανα, τρίγλυφα,
τμήματα γείσων, κ.α.
Νοτιοανατολικά αποκαλύφθηκε μια πληθώρα μεταγενέστερων κτιρίων
για τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί αρχιτεκτονικά μέλη του δωρικού
ναού .Η αποκάλυψη αυτών των ύστερων κτιρίων επιβεβαιώνει τη
χρήση του χώρου στη Μεσαιωνική εποχή. Στα βαθύτερα στρώματα
κάτω από τα μεσαιωνικά κτίσματα αποκαλύφθηκε η συνέχεια του
νότιου τοίχου του αρχαϊκού συγκροτήματος, μήκους 60 μέτρων,
που σχηματίζει ένα είδος περιβόλου σε σχήμα γάμα.
Στό νότιο δωμάτίο του αρχαϊκού κτηρίου Α κάτω από το δάπεδο
βρέθηκαν σημαντικότατα κινητά ευρήματα από διάφορα υλικά αρχαϊκών
χρόνων ανατολικοϊωνικής, ροδιακής, κυπριακής και αιγυπτιακής
προέλευσης.
Είναι πιθανό τα ευρήματα αυτά, τα οποία χρονολογικά καλύπτουν
σχεδόν όλο το φάσμα της αρχαϊκής εποχής, να τοποθετήθηκαν
κάτω από τις πλάκες του νέου δαπέδου του δωματίου κατά την
ανακαίνιση του ναού σε μια δεύτερη φάση της αρχαϊκής περιόδου.
Ήρθαν στο φως πρωτοκορινθιακοί και κορινθιακοί αρύβαλλοι,
αλάβαστρα, κοτύλες, δακτυλιόσχημοι αρύβαλλοι, πήλινα ειδώλια,
διάφορα αντικείμενα και αγαλματίδια από φαγεντιανή, σφραγιδόλιθοι
από ημιπολύτιμες πέτρες, χάλκινες και ελεφαντοστέϊνες οκτώσχημες
πόρπες, ένα αυγό στρουθοκαμήλου, λίθινες, γυάλινες και χρυσές
χάντρες, σιδερένια, χάλκινα, αργυρά και μολύβδινα αντικείμενα,
όπως εγχειρίδια, ξίφη και πολλά γεωργικά εργαλεία. Αξιόλογοι
οι αρύβαλλοι με μορφές ζώων κόκκορα, λαγού ένας με μορφή γεννητικών
οργάνων και ένα σπάνιο ρυτό σε μορφή λεοντοκεφαλής. Μοναδικό
εύρημα αποτελεί το ειδώλιο μεγάλων διαστάσεων γυναικείας θεότητας
Δαιδαλικής τεχνοτροπίας, το οποίο χρονολογείται γύρω στο 680-660
π.Χ.
|
|